• Home
  • Blog - Ειδήσεις

Ο καταγγέλων

Γράφει ο Γιάννης Μακριδάκης

Μόλις είδε τους μπάτσους η Μαρία και συνειδητοποίησε γιατί είχαν έρθει, πήδηξε από τ’ παράθυρο έξαλλη. Στο ακριανό τραπέζι καθόμασταν, στη βιτρίνα του εστιατόριου και ήτανε η τζαμαρία ορθάνοιχτη, τέλη Οκτώβρη, αλλά η ζέστη ακόμη μεγάλη, σαν καλοκαιρινή ήταν η Κυριακή. Οι μπάτσοι κατάφτασαν με τρεις μηχανές, η μια πίσω απ’ την άλλη και σταμάτησαν μες στη μέση του στενού δρόμου, ακριβώς εμπρός στο τραπέζι μας. Κοιτούσαν κιόλας κατά το μέρος μας. Δεν είχαμε καταλάβει τι συνέβαινε, ψαχνόμασταν απορημένοι, ώσπου ο ένας ξεκαβάλησε και βάδισε προς την είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας, αριστερά μας. Έσκυψε η Μαρία και έβγαλε το κεφάλι της από τη τζαμαρία. Τον είδε τότε να συνομιλεί με έναν άστεγο, που καθόταν εκεί στα σκαλιά της εισόδου, τον άκουσε κιόλας που του έλεγε με ύφος αυστηρό να φύγει από κει διότι ενοχλεί τους ενοίκους η παρουσία του και εμποδίζει την πρόσβαση στην οικοδομή. Τότε ήταν που πήδηξε η Μαρία φουντωμένη στο πεζοδρόμιο.

Την παρακολουθούσα διακριτικά. Σηκώθηκα αργά, βγήκα κι εγώ, από την πόρτα, κανονικά, και πλησίασα στην σκηνή. Ο άστεγος, ένας ταλαιπωρημένος και αναμαλλιασμένος γέροντας με μούσια είχε σηκωθεί από τα σκαλιά και παρακαλούσε τα όργανα της τάξης να τον αφήσουν ήσυχο, η Μαρία ζητούσε τον λόγο με έντονο ύφος από τον επικεφαλής και απαιτούσε να μάθει για ποιον λόγο ήρθαν έξι αστυνομικοί για έναν ακίνδυνο άνθρωπο και για ποιον κυρίως λόγο κρίνεται ως παράνομο να κάθεται κάποιος στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, ο αρχηγός τους ξεκαβαλίκεψε κι αυτός από την μεσαία μηχανή, ήρθε κοντά και προσπαθούσε να της εξηγήσει με γλώσσα υπηρεσιακή ότι είχε κάνει καταγγελία κάποιος ένοικος και ότι ο κύριος εκεί εμπόδιζε την ελεύθερη πρόσβαση στον ιδιωτικό χώρο, ένας άλλος μπάτσος πήρε το λόγο μετά, αγανακτισμένος κάπως, καβάλα συνοδηγός στην τελευταία μηχανή αυτός, και με γλώσσα πιο λαϊκή έπιασε να της λέει να μην τα βάζει μαζί τους διότι κι αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να έρθουν αφού έγινε καταγγελία και ότι δεν είχαν καμιά όρεξη να σηκωθούν από τον καφέ και να τρέχουν σε περιστατικό, έδειξε κιόλας, για του λόγου του το αληθές, το πλαστικό ποτήρι με τον καφέ, που το βαστούσε χωμένο ανάμεσα στην κοιλιά του και στην πλάτη του οδηγού, και τον ρουφούσε στα κλεφτά πότε πότε μέσα απ’ το κράνος, η Μαρία μ’ αυτά και μ’ αυτά γινόταν ολοένα πιο έξαλλη, εγώ παρακολουθούσα από δίπλα φαινομενικά αμέτοχος και ο καταγγέλων στεκόταν στο μπαλκόνι του στον πρώτο όροφο της οικοδομής και απολάμβανε την κυριακάτικη λαϊκή απογευματινή, που είχε σκηνοθετήσει από κάτω.

Μη στεναχωριέσαι κυρία, λέει σε μια στιγμή ο άστεγος στην Μαρία, άστους κυρία, μην τους μιλάς άλλο, δεν τα βγάζεις πέρα με την αστυνομία, φεύγω, της είπε και στάθηκε παρακεί, να μην ενοχλεί την πολυκατοικία. Η Μαρία γύρισε και τον κοίταξε σχεδόν εκστασιασμένη. Μη στεναχωριέσαι κυρία, της ξαναείπε τότε εκείνος και είχε η φωνή του μια ισοπεδωμένη τρυφεράδα και ευγένεια, έτεινε το χέρι του και την προσκάλεσε να βγει από το σκηνικό, να δώσει τέλος στην ιστορία και να αφήσει τα όργανα, που είχαν ήδη καβαλήσει πάλι τις μηχανές τους, να φύγουν.

Ο άλλος, από το σκοτεινό του μπαλκόνι κοιτούσε και μάλλον θα ένιωθε ικανοποιημένος με την εξέλιξη της υπόθεσης.

Σε λίγο ησύχασε πάλι η γειτονιά, μπήκαν οι περίοικοι στα σπίτια τους,συγκεντρώθηκαν πάλι στα τραπέζια τους οι θαμώνες των γύρω μαγαζιών. Γιάννη τον λέγανε τον άνθρωπο αυτόν, τέσσερα χρόνια είμαι στον δρόμο, μου είπε, στον Άγιο Δημήτρη, έξω από την εκκλησία κοιμόμουνα, αλλά με έδιωξαν από κει οι παπάδες και τώρα κοιμάμαι όπου βρω, αλλά μη στεναχωριέστε, είπε πάλι και μου ‘ρθε να τον αγκαλιάσω αλλά δεν το ‘κανα, αύριο θα πάω στο νοσοκομείο, συνέχισε, μου είπε ένας γιατρός ότι στο ΑΧΕΠΑ τους δέχονται τους άστεγους, θα τρώω και θα κοιμάμαι εκεί από αύριο. Τον ρώτησα πώς έγινε και βγήκε στο δρόμο, αν έχει οικογένεια, μου διηγήθηκε πως πέθανε η γυναίκα του και πως η εφορία του πήρε τα πάντα διότι είχε μια επιχείρηση, πλεκτές φανέλες έφτιαχνε, αλλά χρεοκόπησε, μου είπε πως έχει δυο παιδιά στην Αμερική και πως του έστελναν κάποτε λεφτά, αλλά τώρα δεν θέλει πια να ξέρουν τίποτα γι’ αυτόν, μάλλον ντρέπεται για την κατάντια του, έτσι συμπέρανα,΄τώρα έχω να φάω από χτες, μου είπε, σήμερα όλη μέρα δεν έχω βάλει τίποτα στο στόμα μου, πού και πού κανένας φούρναρης μου δίνει ένα ψωμί. Σκέφτηκα τα μπριζολάκια με το δαμάσκηνο, το μαύρο ρύζι με τα μανιτάρια και τις σταφίδες, το κρητικό απάκι που τρώγαμε πριν λίγο και που αφήσαμε τα μισά μες στα πιάτα μας, όσην ώρα εκείνος καθόταν νηστικός πλάι μας στην είσοδο της πολυκατοικίας και δεν τον είχαμε αντιληφθεί μέχρι να έρθουν οι μπάτσοι, σκέφτηκα στιγμιαία να τον καλέσω μέσα στο εστιατόριο και να του παραγγείλω ένα πιάτο φαϊ, σκέφτηκα ύστερα ότι μου τα λέει όλα αυτά για αυτόν ακριβώς τον λόγο και ότι δε μπορεί, όλο και κάποια καβάντζα θα έχει, τον είδα ότι δεν ήτανε ασθενικός, την είχε την κοιλίτσα του, σκέφτηκα μετά ότι ήταν μεγάλη ντροπή του καλοβολεμένου ακόμη αστικού εαυτού μου να κοιτάζει τον άνθρωπο έτσι κυνικά και καχύποπτα, και ότι είναι υποκριτικό εν τέλει το ενδιαφέρον μου, ένιωθα όμως τελείως άβολα και δεν μπορούσα να αποφασίσω τι να κάνω εκείνη την ώρα και πώς να φερθώ, πώς να τον βάλω μέσα στο εστιατόριο, να καθίσει στα στριμωγμένα τραπέζια δίπλα στους άλλους θαμώνες έτσι που ήταν βρόμικος και ρυπαρός, κρεμότανε και μια μύξα πηχτή όλη εκείνη την ώρα κάτω απ’ το στόμα στα μούσια του, όχι, δεν μπορούσα να τον βάλω μέσα στο μαγαζί και να τον καθίσω στο τραπέζι μαζί μας. Γιατί δεν πας τώρα στο νοσοκομείο, βγήκε από μέσα μου τότε ανακουφιστική η ερώτηση, σαν να βρήκα επιτέλους μια λύση στο πρόβλημά μου, να βολευτεί κάπως για σήμερα έστω ο άνθρωπος, να μην αναλάβω κι εγώ την ευθύνη του. Δεν μπορώ, μου λέει, να πάω τώρα, είναι νύχτα πια και υπάρχουνε στο δρόμο σκυλιά. Πήγε αμέσως ο νους μου στα σκυλιά που γαβγίζουν τους διαφορετικούς και ένιωσα ότι φοβάται στ’ αλήθεια ο άνθρωπος, σε γαβγίζουν τα αδέσποτα, τον ρώτησα, ναι, μου λέει, με ορμάνε, ίσως με φοβούνται έτσι που είμαι, είπε και έφτιαξε με το χέρι του ένα αόριστο περίγραμμα του προσώπου του με τα μούσια και τα άλουστα μαλλιά του τα ανακατεμμένα.

Έμεινα εκεί έτσι αμίλητος για κάποιες στιγμές μπροστά του, να σκέφτομαι τι κινδύνους, που δεν μπορώ να φανταστώ, έχει η ζωή ενός άστεγου, ώσπου τον άκουσα να με ευχαριστεί που τον υποστηρίξαμε στην περιπέτειά του με την αστυνομία και να γυρνάει να φεύγει.

Τότε ήταν που σταμάτησε πίσω μου, μπρος στην είσοδο της πολυκατοικίας ο ντελιβεράς. Ξεκαβαλίκεψε κι αυτός, άνοιξε το ντουλάπι του, πήρε στα χέρια του το πακέτο με την πίτσα και προτού κατευθυνθεί στα κουδούνια, κοίταξε μια ματιά πάνω στα μπαλκόνια, ακολούθησα κι εγώ το βλέμμα του ασυναίσθητα, αλλά δεν είδα κανέναν, δεν έστεκε εκεί πια ούτε ο καταγγέλων. Ο ντελιβεράς κατευθύνθηκε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Κοιταχτήκαμε τότε στα πεταχτά με την Μαρία στα μάτια με νόημα και προτού προλάβει ο άνθρωπος να χτυπήσει το κουδούνι, τον φώναξα, έλα, του είπα, σε περίμενα από κάτω, για να μην ανεβαίνεις, με κοίταξε με μιαν έκπληξη και κάπως χαμένος εκείνος, διάβασε ύστερα ένα όνομα στο χαρτάκι του και με ρώτησε αν είναι για μένα η παραγγελία, ίσως έτσι τον λένε τον τύπο, σκέφτηκα, και έκανε δύο τηλέφωνα, ένα στην αστυνομία κι ένα στην πιτσαρία, καταγγέλων τον άστεγο και παραγγέλων την πίτσα του, συνήλθα όμως αμέσως από τις σκέψεις μου, ναι, ναι, για μένα είναι, του απάντησα στα γρήγορα και λίγο αγχωμένος μη τυχόν και ξαναβγεί στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ο άλλος και μου χαλάσει τη δουλειά, και τότε μου την παρέδωσε, τον πλήρωσα και πήρα το πακέτο, με ευχαρίστησε, είπε καληνύχτα και έφυγε.

Τον πρόλαβα στη γωνία τον Γιάννη. Δώσε και στα αδέσποτα, του είπα, κάνα ξεροκόμματο από τα γύρω γύρω ζυμάρια, να μη σε γαβγίζουνε πια. Γελάσαμε πικρά και οι δύο.

 

Πηγή http://yiannismakridakis.gr/?p=10088

 

 

Περί Αναρχικού εσωτερισμού

Σε όλη την ιστορία του ο άνθρωπος πάντα μοίρασε την προσοχή του και την αναζήτησή του ανάμεσα στο «έξω», το υλικό, το ορατό και το «μέσα», το μη υλικό και αόρατο. Κι αυτό γιατί η ζωή του και η φύση του ήταν πάντα μέρος και των δύο αυτών κόσμων.

Σε αυτή του την αναζήτηση ο άνθρωπος κινείται ανάλογα με την εσωτερική του ωριμότητα. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε διάφορα επίπεδα στη διαδικασία της ανθρώπινης αλλαγής, για τις ανάγκες όμως του συγκεκριμένου κειμένου, θα ορίσουμε δύο:

Του ανηλίκου αναζητητή και του ενηλίκου αναζητητή.

 

Ο ανήλικος αναζητητής, είναι ο άνθρωπος που στην αναζήτησή του λειτουργεί ως παιδί. Ψάχνει κάποιον «δάσκαλο», ένα σύστημα, ένα μονοπάτι, ένα δόγμα, μία θρησκεία για να του διδάξει την «αλήθεια».

Το να ακολουθήσεις ένα μονοπάτι είναι χρήσιμο. Σου παρέχει ένα - περισσότερο ή λιγότερο - δομημένο σύστημα θέασης του κόσμου. Σου δανείζει τη γνώση, τη ταξινομημένη εμπειρία αυτού του μονοπατιού, συναισθηματική σιγουριά, αίσθηση ότι ανήκεις σε μια ομάδα, αίσθηση ασφάλειας που προέρχεται από το ότι «τώρα γνωρίζω πώς είναι τα πράγματα και η ζωή», ακόμη και αίσθηση αξίας και σημαντικότητας.

Ταυτόχρονα το να ακολουθήσεις ένα μονοπάτι κρύβει και παγίδες: Η πρώτη παγίδα είναι η αντίληψη του ότι «φορέας της μοναδικής αλήθειας είναι αποκλειστικά και μονοπωλειακά το συγκεκριμένο μονοπάτι». Αυτό οδηγεί σε μια κλασσική αίσθηση νοητικής αλαζονείας που προέρχεται από το γεγονός ότι «εμείς μόνο κατέχουμε την αλήθεια». Οδηγεί σε διαφωνίες, συγκρούσεις και τέλος την ιεραποστολική βία. Δηλαδή τη βία την οποία κάποιος ασκεί "βοηθώντας" κάποιον «φτωχό και άτυχο» που ανήκει σε κάποιο άλλο μονοπάτι, αποκόπτοντάς τον από αυτό και φέρνοντάς τος στο «σωστό» ακόμη κι αν δε το ζήτησε…

Μια ακόμη παγίδα του ενός μονοπατιού είναι ο εφησυχασμός και το βόλεμα που υπάρχει πίσω από την πεποίθηση του «ακολουθώ το μοναδικό σωστό μονοπάτι» που οδηγούν στο να σταματήσω να αναζητώ.

Όσοι από εσάς τυχαίνει να γνωρίζετε τη βιογραφία του Κρισναμούρτι, ίσως να σας είναι γνωστή και η πιο σημαντική για εμένα φράση που ειπώθηκε από τον ίδιο σε μια ιστορική ομιλία, στις 3 Αυγούστου του 1929, την ημέρα που επισήμως απαρνήθηκε μια αυτοκρατορία – τη Θεοσοφική Εταιρία και το Τάγμα του Αστέρα- τον τίτλο του Μεσία και το ρόλο του Δασκάλου σε χιλιάδες οπαδούς έτοιμους να τον λατρέψουν. Η φράση είναι: “…Trouth is a pathless land…” Η Αλήθεια είναι μια χώρα χωρίς μονοπάτια.

Και αυτή είναι η βάση και η ουσία της ενηλικίωσης του αναζητητή. Ο εσωτεριστής-παιδί αρχίζει κι ενηλικιώνεται όταν αρχίζει και αντιλαμβάνεται και σιγά σιγά ζει, ότι κανένα μονοπάτι δε μπορεί να καλύψει όλο το χώρο και ότι ο όρος Αλήθεια αρχίζει και πλησιάζεται μόνο αν απαρνηθείς το αυτοπεριοριστικό περπάτημα: πρώτα του ενός και μόνου μονοπατιού, μετά το περπάτημα μόνο στα μονοπάτια, μέχρι να νιώσεις ικανός να περιπλανηθείς σε όλο το χώρο….

Είναι απολύτως φυσικό να ξεκινά κάποιος την αναζήτησή του (ως εσωτεριστής- παιδί) σε ένα μονοπάτι. Μπορεί να παραμείνει σ αυτό το μονοπάτι για όλη του ζωή, ή μπορεί να νιώσει ότι δεν τον καλύπτει και να επιλέξει κάποιο άλλο. Ή τέλος μπορεί (συνήθως περνώντας πρώτα από διάφορα μονοπάτια) να συνειδητοποιήσει (κι αυτό είναι και το ξεκίνημα της ενηλικίωσής του) ότι σκοπός είναι η βίωση όλου του χάρτη και όχι μόνο των χαραγμένων δρόμων…

Κάθε επιλογή κρύβει κέρδος και κόστος. Το κέρδος που αποκομίζει είναι η πραγματική εσωτερική διεύρυνση που έρχεται όταν κάποιος αρχίζει και γίνεται δάσκαλος του εαυτού του. Αυτή η διεύρυνση παύει να βασίζεται στο σωστό-λάθος, εμείς – και οι άλλοι, στην εναντίωση που κρύβει η διπολικότητα του μονοπατιού.

Το κόστος που εμπεριέχει αυτή η ενηλικίωση είναι η μοναχικότητα. Τα διπολικά μάτια των εσωτεριστών-παιδιών ερμηνεύουν συνήθως την επιλογή του ενηλίκου αναζητητή ως αμφισβήτηση και επομένως ως «εχθρική πράξη». «Αφού δεν είσαι μαζί μας είσαι εναντίον μας!»

Αν η οικογένεια των εσωτεριστών είναι μεγάλη, οι ενήλικοι εσωτεριστές είναι ένα πολύ μικρό ποσοστό αυτού του αριθμού.

Με τον όρο «αναρχικός εσωτερισμός» δηλώνουμε το επίπεδο εκείνο αντίληψης στο οποίο δεν υπάρχει η ανάγκη να ακολουθήσει και να υπηρετήσει κάποιος μία μόνο «αρχή - αυθεντία» εκείνη ενός συγκεκριμενου μονοπατιού. Ούτε καν να ακολουθήσει, αλλά χαλαρά να συμπορευτεί.

Ο Κρισναμούρτι εννοείται ότι δεν υπήρξε ο πρώτος αναρχικός εσωτεριστής. Οι περισσότεροι Δάσκαλοι, που μεσολάβησαν ώστε οι διδασκαλίες να έρθουν στους ανθρώπους ήταν ως επί το πλείστον τόσο διευρυμένης αντίληψης ώστε να είναι αναρχικοί. Γνώριζαν ότι η πηγή όλων των διδασκαλιών είναι κοινή, ένα ενιαίο «υπουργείο παιδείας» και αντιλαμβάνονταν τη θέση τους ως μέρος ενός συστήματος εκπαίδευσης. Αντιλαμβάνονταν ότι φέρνοντας ένα νέο επίπεδο διδασκαλίας, δεν έρχονταν για να αναιρέσουν ή να καταργήσουν τις προηγούμενες διδασκαλίες και συστήματα, αλλά για να τα συμπληρώσουν, και πατώντας πάνω σε αυτά να ανεβάσουν τον πήχη της συνειδητότητας ένα ακόμη σκαλί. Γι’ αυτό και είχαν χιούμορ, πρωτίστως με τον εαυτό τους και με το σύστημα που σιγά-σιγά μετέδιδαν.

Η έλλειψη χιούμορ συνήθως ερχόταν δυο γενεές μετά, όταν μετά την αποσάρκωση του ίδιου του ιδρυτή και των πιο κοντινών και φωτεινών του μαθητών, οι υπόλοιποι ένιωθαν την ανάγκη το σύστημα αυτό να αποκτήσει δομή και εξουσία. Τότε άρχιζε να είναι η ύλη και η εξουσία πιο σημαντικές και αυτό σιγά - σιγά έλκυε μία ειδική κατηγορία ανθρώπων, που τοποθετώντας τον εαυτό τους μεταξύ των απλών οπαδών και της Αρχής για την οποία το σύστημα μιλούσε, δημιουργούσαν μία κατηγορία μεσαζόντων. Και βεβαίως ένιωθαν σημαντικοί λόγω της μεσητικής τους θέσης τους εντός του συστήματος.

Ο Κρισναμούρτι, ο Osho, καθώς και άλλοι, απλά υπήρξαν εκπαιδευτές που ενσωμάτωσαν στη διδαχή τους την Αναρχικότητα.

Η Αναρχικότητα ως αποτέλεσμα της ενηλικίωσης ενός αναζητητή δεν έρχεται ούτε εύκολα ούτε νωρίς στη ζωή ενός ανθρώπου. Συνήθως αυτός πρώτα θα πρέπει να έρθει σε επαφή με ένα σύστημα και καθώς ο πυρήνας του διψά για την επαναφορά της μνήμης του,
τον οδηγεί σε μια περιπλάνηση σε διάφορα μονοπάτια. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο αναζητητής εκπαιδεύεται να βλέπει τη κρυφή συγγένεια όλων των συστημάτων και να εστιάζεται στην ενότητά τους και όχι στην εναντιότητα των επιφανειακών διαφορών τους.

Επίσης καθώς προχωρά σε ένα μονοπάτι, συχνά εξελίσσεται στην ιεραρχία των λειτουργών αυτού του μονοπατιού και γεύεται την εξουσία μιας τέτοιας θέσης. Ο πειρασμός αυτής της εξουσίας είναι και μια από τις πιο συνηθισμένες εκπαιδευτικές παγίδες των εσωτεριστών. Αν φύγω από το μονοπάτι, χάνω και την εξουσία….

Μετά υπάρχει το σύνδρομο του «μαγαζιού». Το δικό μας «μαγαζί» είναι το πιο φωτεινό, γνωρίζει την «πραγματική αλήθεια» και όχι τις πιο ψεύτικες των άλλων μαγαζιών και μόνο αγοράζοντας από το δικό μας μαγαζί θα προχωρήσεις πραγματικά… Ανταγωνισμός, κρυφές αγκωνιές, γονατιές και μαχαιρώματα (με χαμόγελο πάνω από τα σφιγμένα δόντια βεβαίως γιατί είμαστε και ….εξελιγμένοι άνθρωποι…)

Έτσι καταλήγουμε σε συμπεριφορές στρατευμένου ιεραποστολισμού για να αυξήσουμε την πελατεία του δικού μας μαγαζιού. Και τα πράγματα χειροτερεύουν όταν επέλθει και διχασμός εντός του μαγαζιού, οπότε εκτός του εξωτερικού ανταγωνισμού έχουμε και εσωτερικό…

Μπορείς να καταλάβεις πολλά πράγματα για το επίπεδο ενός συστήματος από το πώς «αντιλαμβάνεται» τον ανταγωνισμό.

Θυμάμαι παλιότερα ένα έντυπο ενός τέτοιου συστήματος που έπεσε στα χέρια μου και έλεγε: « …….(το όνομα του συστήματος): το τελευταίο προπύργιο (ή καταφύγιο) της ανθρωπότητας». Αυτή η έλλειψη χιούμορ και το πόσο σοβαρά βλέπουμε τον εαυτό μας λέει πολλά…

Λέει πολλά το πώς αντιδρά ένα σύστημα αν νιώθει τον κίνδυνο να σε χάσει από πελάτη»: «Πού θα πας εκεί έξω; Αν φύγεις από μας θα χαθείς...»

Λέει πολλά το πώς εκφράζεται ένα σύστημα για όσους δεν είναι οπαδοί του. Θυμάμαι προ αμνημονεύτων ετών, τι έλεγε μια συμφοιτήτριά μου, καλή της η ώρα, στέλεχος κατηχητικών και σκληροπυρηνικών ορθόδοξων χριστιανικών οργανώσεων, όταν η αδελφή της τόλμησε και ερωτεύτηκε άνδρα όχι απλά μη ορθόδοξο, αλλά και μη χριστιανό: «Τι κάνεις με κάποιον που θα καταλήξει στην κόλαση; Φοβάμαι για την αθανασία της ψυχής σου!...»

Έρχεται μια ώρα στη ζωή σας που η συμπεριφορά του «μαγαζιού» και όλα τα παραπάνω αρχίζουν και δε ταιριάζουν με το αισθητικό σας κριτήριο.
Που εστιάζεστε περισσότερα σε αυτά που ενώνουν τα συστήματα παρά σε αυτά που τα διαφοροποιούν.
Που δεν έχετε την ανάγκη να βρείτε την ταυτότητά σας ή την αξία σας μέσα από τη σχέση σας με ένα σύστημα.
Που αναγνωρίζετε ότι από κάθε σταθμό σας στην περιπλάνησή σας έχετε πάρει σημαντικά εφόδια και μπορείτε απλά να τους τιμήσετε γι’ αυτό.
Που λέξεις όπως «δάσκαλος» ή «master» και η προσωπολατρεία του «δασκάλου» δε σημαίνουν κάτι πλέον για σας, καθώς αρχίζετε και γίνεστε μυητής του εαυτού σας και ταυτόχρονα συνεχίζετε να είστε μαθητής της ζωής.
Που αν τυχαίνει άνθρωποι να θεωρούν ότι μαθαίνουν κάτι από σας, νιώθετε όλο και περισσότερο την ανάγκη να τους θυμίζετε ότι είστε μαθητής όπως κι αυτοί.
Που νιώθετε ότι υπάρχει χώρος για όλους και όλα και δεν νιώθετε την ανάγκη να «σώσετε» όσους τολμούν και δε βρίσκονται στο δικό σας μονοπάτι.
Που το χιούμορ σας αυξάνεται και δεν παίρνετε τόσο στα σοβαρά τα πάσης φύσης μονοπάτια…

Αν αρχίζουν και συμβαίνουν κάποια από τα παραπάνω, τότε ίσως να αρχίζετε να ενηλικιώνεστε στην εσωτερική σας αναζήτηση! Ίσως η αναρχικότητα να αφυπνίζεται μέσα σας!

Καλή σας μέρα!

 

Δημήτρης Αναγνωστοπουλος

Ο Δημήτρης διδάσκει Αυτογνωσία - Προσωπική Ανάπτυξη στην Lifetherapy Academy.

Πηγή

Μεγάλη Παρασκευή - της λάθος ματιάς

του Τέλλου Φίλη

Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Εσταυρωμένος
γωνιά Τοσίτσα με Πατησίων είναι,
στα σύνορα του Έβρου σταυρώνεται τις νύχτες
στης Κακαβιάς τα χιόνια ποτίζεται όξος μουλωχτά
στο Φαρμακονήσι εξαφανίζεται
Στον Άγιο Παντελεήμονα κουβαλά τον σταυρό του μαρτυρίου
στον Δενδροπόταμο ξεψυχά
στο πάρκο της ΧΑΝΘ με τη σύριγγα στο χέρι ψιθυρίζει
«λαμά λαμά σαβαχθανί»
έξω από τα supermarket και στις λαϊκές αγορές
φορά ακάνθινο στεφάνι
βλέπεις το αίμα στο μέτωπο η όχι ακόμη;
Δεν είναι εκεί στις λαμπάδες, στα προαύλια ναών ο επιτάφιος απόψε
είναι κάτω από το σπίτι σου ο κοιμισμένος άστεγος
δεν του αρκεί να τον προσπεράσεις με το κερί στο χέρι
ούτε κάποια νηστεία σου, θα τον σώσει
Οι ολονύκτιες ψαλμωδίες σου δεν θα βρουν δουλειά στον άνεργο
μήτε οι ευχές με τα λαγουδάκια του πάσχα στο διαδίκτυο
θα αναπληρώσουν τα άδεια μάτια των μεταναστών
θύματα του συμμαθητή δουλεμπόρου
που χαιρετάς στα προεκλογικά σαλόνια
με κατάνυξη
Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Άγιος που θα σε σώσει με το θάνατο του
κοιτά προσεκτικότερα, σταμάτα να φοβάσαι
και κοίτα
ίσως να μη σωθείς βεβαίως
αλλά τουλάχιστον θα έχεις
νιώσει το "πρώτο βήμα" τι σημαίνει
κι αν μια Ανάσταση έχει λόγο ύπαρξης
η μοναχά σαν αργία των δημόσιων υπηρεσιών
για μια πενταήμερη εκδρομή στην εξοχή μετριέται.

τ.φ.

(Γι΄αυτό το κείμενο τον μπλόκαρε το facebook για τρεις ημέρες)

To Δένδρο των ευχών

Η ιστορία που θα πω δεν είναι και τοσο ιστορία αλληλεγύης αλλά αξίζει να την αναφέρω πιστέυω γιατί τουλάχιστον είναι πραγματική.

Πραγματική, ενω βασίζεται σε ευχές? Ναι, αλλά ευχές που τελικά βγαίνουν. Η τυχαιότητα στην οποία πιστεύω αλλά και στο οτι οταν επιθυμείς κατι πολύ δινεις πολύ ενέργεια πανω σε αυτό ισως παίζουν κάποιο μικρό ρόλο.

Το παρακάτω δεντρο λοιπόν είναι το δέντρο των ευχών. Σε δυο ομάδες αυτογνωσίας & προσωπικής βελτίωσης που ανήκα τα 2 προηγούμενα χρόνια υπήρξε μια Χριστουγεννιάτικη συνάντηση που ηταν εορταστική με καποια βιωματικά και μια δραστηριοτητα στο τελος να γραψουμε οτι επιθυμεί καποιος μας σε ενα χαρτάκι και να το κρεμασουμε στο δενδρο των ευχών. Ενα δενδρακι του κηπου που γινονται οι συναντησεις το οποίο ονομάστηκε ετσι λογω του οτι κρεμούσαμε τις ευχές μας.

Την πρωτη χρονιά τον Δεκέμβριο του 2013 ευχήθηκα να βρεί δουλειά ενας φίλος, που ήρθαμε αρκετα κοντά εκείνο τον καιρό ιδιαίτερα γιατί ο φίλος μαζί με την Κατερίνα(συζυγος) μου ανήκαν στον ίδιο "κύκλο ζωής" (ιδια ομάδα αυτογνωσίας και προσωπικής βελτίωσης). Η ευχή πραγματοποιηθηκε της επόμενες 2-3 ημέρες πολύ συντομα για να μην μου κινησει την προσοχή και το ενδιαφέρον οτι καποιο λιθαράκι εβαλε σε αυτό και η ευχή μου. Μάλιστα τον φίλο του προσέφερε εργασία ενα μελος της δικής μου ομάδας(κυκλος).

Οταν λοιπόν ήρθε το 2014 και ηρθε η ωρα να γραψουμε την καινουρια ευχή για να την κρεμάσουμε στο Δεντρο των ευχών σκέφτηκα οτι θα δωσω πλεον αρκετή σημασία και θα σκεφτώ κατι παρα πολύ σημαντικό ετσι ωστε να δοκιμάσω την δυνατοτητα μου στις ευχές. Σκέφτηκα λοιπον εναν ανθρωπο της ομαδας μου(του 2014) ο οποίος είχε στην οικογένεια του ενα πρόβλημα υγείας και που επρεπε να μπεί ξανα και ξανα χειρουργείο καποιο μελος της και που ηταν τοσο μα τόσο ενας επίπονος γολγοθάς ολο αυτό που είχαν μπροστά τους. Ετσι λοιπον εγραψα στο χαρτάκι "πλήρη ίαση στ...".

Χθές εμαθα απο μια φίλη οτι ενα χρόνο μετά την ευχή μου τον Δεκέμβριο που μας πέρασε μετά απο καποιες εξετασεις που εγιναν δεν θα χρειαστουν πλεον οι εγχειρισεις να γίνουν. Μου σηκώθηκε η τρίχα.

Σε μια αλλη ομάδα αυτωγνωσίας που πηγαίνω φετος και πέρσι μιλήσαμε για τις ευχές και την μαγεία αλλά δεν τα εδωσα και τοσο μεγαλη σημασία γιατί δεν τα πιστεύω.

Ακόμη και τωρα πιστεύω στο τυχαίο γεγονός αλλά υπάρχει και αυτή η αισθηση της μαγείας.

Γιώργος.

ΥΓ. Η φωτογραφία είναι απο το τελευταίο δενδρο των ευχών.

Γραφω αυτό το αρθρο με μια ομορφη ανατολή που την φωτογραφισα μαζί.

 

Ξεπληρώνει ένα χρέος 100 ετών!

Ο κύριος στη φωτό είναι ο Ed St’George. Έφυγε από την πόλη του , το Irvine της Καλιφόρνια το Νοέμβρη του 2015 και ήρθε στη Λέσβο.

 

Ήρθε ξεκάρφωτος, χωρίς να γνωρίζει κανέναν στη χώρα μας. Έπιασε ένα σπιτάκι στη Συκαμνιά , νοίκιασε και ένα αμαξάκι και κάθε μέρα έψαχνε πως θα βοηθήσει τους πρόσφυγες και τους ντόπιους που τους περιθάλπουν.

Ταυρί ολόκληρο ο Ed, με βρήκε στην Εφταλού και με παρακάλεσε να τον πάρουμε μαζί μας να βοηθήσει στην εθελοντική δράση που οργάνωσα. Στην αρχή μου φάνηκε σα χαζοαμερικάνος, αλλά ήταν ευγενικός και παρόλη την ηλικία του των 65+ ετών είχε τον κατάλληλο σωματότυπο για τις αγγαρείες που μας περίμεναν, οπότε τον πήρα κοντά.

Αφού περάσαμε μαζί όλη την ημέρα κουβαλώντας σκουπίδια, ρούχα και εφόδια, ρώτησα τους ντόπιους για αυτόν αλλά δεν ήξερε κανείς τίποτε! Δεν τους είχε δώσει λεπτομέρειες για την παρουσία του στο νησί.

Μου είχε κάνει εντύπωση το πανάκριβο κινητό του και η εμμονή του να πατάει ξυπόλητος στην ακροθαλασσιά, και του έπιασα κουβέντα.

O Ed είχε γεννηθεί το 1946 στην Αθήνα από Μικρασιάτες πρόσφυγες, οι οποίοι έφυγαν το 1949 για την Αμερική κυνηγημένοι για τις πολιτικές τους θέσεις.

Βγήκε στη σύνταξη πρόσφατα και όταν έμαθε για το προσφυγικό θέμα στην Ελλάδα, σηκώθηκε και ήρθε στην Ελλάδα πρώτη φορά στη ζωή του για να βοηθήσει.

«Γιατί έτσι Ed;», τον ρώτησα.

«Οι γονείς μου έφυγαν μωρά προσφυγόπουλα από τη Μικρά Ασία. Τα αδέρφια τους που έμειναν πίσω χάθηκαν όλα στον πόλεμο. Η βάρκα του πατέρα μου βούλιαξε λίγο έξω από το Μόλυβο και οι Έλληνες τους έσωσαν. Τους έβαλαν στα σπίτια τους, τους τάισαν, τους έντυσαν και τους αποχαιρέτησαν στο ταξίδι τους προς Αθήνα.

Σε αυτά τα βότσαλα πάτησαν και οι γονείς μου πριν 100 σχεδόν χρόνια!
Οφείλω τη ζωή μου, τα παιδιά μου, την περιουσία μου στην ανιδιοτελή στάση των Μυτιληνιών. Ήρθα να ξεπληρώσω το χρέος μου πριν πεθάνω Panos!”

Τι να πεις μετά από αυτό;

Καλή χρονιά σε όλους!

Επειδή την υγεία μας όσο και αν ευχηθούμε δεν την ελέγχουμε απόλυτα, από τη μία εύχομαι να μην αποφεύγουμε τις δυνατές συγκινήσεις, τις προκλήσεις, τη σκληρή δουλειά.

Από την άλλη ας δείξουμε συμπόνοια, ανθρωπιά, ανοχή και αγάπη στους γύρω μας γιατί όταν θυμηθούμε να το κάνουμε στο μέλλον, ενδέχεται να είναι αργά!!

 

Πηγή